Κύστη Ωοθήκης Μετά την Εμμηνόπαυση

1. Τι είναι η κύστη ωοθήκης;

Ας σκεφτούμε ότι πρόκειται για ένα ‘’σάκο’’, ο οποίος περιέχει υγρό ή/και συμπαγή στοιχεία, και σχηματίζεται μέσα στην 1 ή και τις 2 ωοθήκες. Είναι συνήθως μικρή σε μέγεθος, 1–2 cm σε διάμετρο, αλλά μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγάλο μέγεθος. Αποτελεί λιγότερο συχνό εύρημα στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση και εντοπίζεται συνήθως τυχαία κατά τη διάρκεια απεικονιστικών εξετάσεων, στα πλαίσια του ελέγχου ρουτίνας ή για άλλες αιτίες. Περίπου το 5–17% των γυναικών μετά την εμμηνόπαυση εμφανίζουν ωοθηκικές κύστες, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων είναι καλοήθεις. Ωστόσο, ο κίνδυνος κακοήθειας (καρκίνου) είναι υψηλότερος σε σχέση με τις γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση και ο αποκλεισμός της κακοήθειας αποτελεί προτεραιότητα.

2. Συμπτώματα

Πολλές γυναίκες δεν εμφανίζουν κανένα απολύτως σύμπτωμα. Αυτός είναι και ο πιο κοινός λόγος, για τον οποίον η διάγνωση μπαίνει συχνά καθυστερημένα! Όταν, ωστόσο, υπάρχουν, τα συνηθέστερα συμπτώματα περιλαμβάνουν:

  • Πόνο ή δυσφορία στο κάτω μέρος της κοιλίας (πύελο) ή στην μέση
  • Πίεση, διόγκωση ή αίσθημα φουσκώματος στην κατώτερη κοιλιακή χώρα
  • Πόνο κατά την σεξουαλική επαφή (δυσπαρεύνια)
  • Απώλεια βάρους
  • Αλλαγή στη συχνότητα/ σύσταση των κενώσεων
  • Αίσθημα κορεσμού ή απώλεια όρεξης
  • Συχνουρία ή έντονη επιθυμία για ούρηση

Σε κάποιες περιπτώσεις, η κύστη μπορεί να ραγεί ή να συστραφεί, προκαλώντας οξύ κοιλιακό άλγος που απαιτεί επείγουσα ιατρική εκτίμηση.

Κύστη Ωοθήκης Μετά την Εμμηνόπαυση

3. Διαγνωστικές Εξετάσεις

  • Απεικονιστικές εξετάσεις: Βάση της διάγνωσης αποτελεί το διακολπικό υπερηχογράφημα. Μπορεί να δείξει την θέση και το μέγεθος της κύστης, καθώς και την πιθανότητα κακοήθειας. Σε αρκετές περιπτώσεις, ωστόσο, ενδείκνυται επιπλέον έλεγχος με μαγνητική τομογραφία (MRI) ή αξονική τομογραφία (CT).
  • Αιματολογικές εξετάσεις (καρκινικοί δείκτες): ο CA-125 είναι ο συνηθέστερος δείκτης. Μπορεί, όμως, να είναι αυξημένος και σε καλοήθεις καταστάσεις, συνεπώς η ερμηνεία των αποτελεσμάτων γίνεται πάντα σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα ευρήματα.

4. Επιλογές Αντιμετώπισης

α) Συντηρητική αντιμετώπιση:

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η χειρουργική αφαίρεση ΔΕΝ είναι απαραίτητη σε ΟΛΕΣ τις περιπτώσεις. Η συντηρητική αντιμετώπιση (παρακολούθηση) είναι κατάλληλη όταν: η κύστη είναι ‘’απλή’’ (γεμάτη ορώδες υγρό) και μικρότερη από 5 cm, ασυμπτωματική, χωρίς ύποπτα ευρήματα στις απεικονιστικές εξετάσεις και φυσιολογικό CA-125. Συστήνεται τακτικός υπερηχογραφικός έλεγχος ανά 4–6 μήνες.

β) Λαπαροσκοπική/ Ρομποτική επέμβαση:

Ενδείκνυται όταν η κύστη σχετίζεται με συμπτώματα, έχει ύποπτα χαρακτηριστικά ή μεγαλώνει σε μέγεθος κατά την παρακολούθηση. Συνήθως εκτελείται λαπαροσκοπική ή ρομποτική αφαίρεση και των δύο ωοθηκών και σαλπίγγων.

γ) Ανοικτή χειρουργική επέμβαση (λαπαροτομία):

Αφορά ασθενείς υψηλού κινδύνου για κακόηθεια, οι οποίες συνήθως παραπέμπονται σε εξειδικευμένο κέντρο γυναικολογικής ονκολογίας.

5. Συνοπτικά

  • Η πλειονότητα των κύστεων είναι καλοήθεις – ΔΕΝ απαιτείται ΠΑΝΤΑ χειρουργική αντιμετώπιση.
  • Προτεραιότητα ο αποκλεισμός κακοήθειας (καρκίνου), μιας και ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος σε σύγκριση με γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση.
  • Ενημερώστε μας για τυχόν οικογενειακό ιστορικό καρκίνου ωοθηκών, μαστού, εντέρου ή μήτρας, καθώς και εάν εσείς ή κάποιος στενός συγγενής σας φέρει τη μετάλλαξη BRCA 1 ή 2.
  • Το οξύ κοιλιακό άλγος απαιτεί άμεση ιατρική εκτίμηση.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *