Η παρουσία μιας κύστης στην ωοθήκη είναι λογικό να σας προκαλεί ανησυχία. Αν έχετε κύστη στην ωοθήκη, είναι πιθανό πως έχετε ακούσει τις λέξεις ‘’δερμοειδής κύστη’’ ή ΄΄τεράτωμα’’. Αν και ακούγεται τρομακτικό, πρόκειται για έναν από τους πιο συχνούς και, στη συντριπτική τους πλειονότητα, καλοήθεις (μη καρκινικούς) τύπους κύστης ωοθήκης. Στο κείμενο που ακολουθεί, θα εξηγήσουμε με απλά λόγια τι ακριβώς είναι, γιατί δημιουργούνται, ποια συμπτώματα μπορεί να προκαλέσουν και ποιες είναι οι επιλογές αντιμετώπισης.

Τι είναι η δερμοειδής κύστη ή τεράτωμα;
Πρόκειται για τον συχνότερο καλοήθη όγκο της ωοθήκης στις νέες γυναίκες. Αυτό, όμως, που την ξεχωρίζει από τις άλλες κύστες είναι το περιεχόμενό της: αντί για υδαρές υγρό ή αίμα, συχνά περιέχει λίπος, τρίχες, θύλακες δέρματος, ακόμη και μικρά δόντια!
Τι την προκαλεί;
Για να καταλάβουμε την προέλευσή της, χρειάζεται να πούμε λίγα λόγια για τα κύτταρα από τα οποία δημιουργείται. Οι δερμοειδείς κύστεις προέρχονται από τα λεγόμενα ‘’βλαστικά κύτταρα της ωοθήκης’’ — τα ίδια κύτταρα από τα οποία, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα προέκυπτε ένα ωάριο.
Τα κύτταρα αυτά έχουν μια εντυπωσιακή ιδιότητα: μπορούν, θεωρητικά, να δώσουν οποιονδήποτε τύπο ιστού του σώματος — άρα και δέρμα, τρίχες, λίπος, χόνδρο ή οστό. Όταν ένα τέτοιο κύτταρο, λοιπόν, ξεκινήσει να πολλαπλασιάζεται, χωρίς να έχει γονιμοποιηθεί, μπορεί να σχηματίσει τους ιστούς που αναφέραμε. Έτσι εξηγείται γιατί μέσα σε μια δερμοειδή κύστη μπορεί να βρεθούν τρίχες ή δόντια.
Είναι σημαντικό, εδώ, να ξεκαθαρίσουμε δύο πράγματα. Πρώτον, η δερμοειδής κύστη δεν είναι έμβρυο ή «το δίδυμο αδελφάκι» σας. Πολύ απλά, πρόκειται για ιστό που παρήγαγαν τα ίδια σας τα κύτταρα με άτακτο τρόπο. Δεύτερον, δεν οφείλεται σε κάτι που κάνατε λάθος. Δεν προκαλείται από τη διατροφή, το στρες ή τον τρόπο ζωής. Πρόκειται για μια τυχαία εξέλιξη ενός κυττάρου, η οποία, με τα τωρινά δεδομένα, δεν μπορεί να προβλεφθεί ή να αποτραπεί.
Πόσο συχνές είναι και ποιες γυναίκες αφορούν;
Οι δερμοειδείς κύστεις εμφανίζονται κυρίως σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, τυπικά μεταξύ 20 και 40 ετών. Μπορούν, ωστόσο, να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε ηλικία — από την εφηβεία έως και μετά την εμμηνόπαυση.
Στις περισσότερες περιπτώσεις αφορούν τη μία μόνο ωοθήκη. Σε ένα 10–15% όμως εντοπίζονται και στις δύο ωοθήκες, γι’ αυτό και κατά τη διάγνωση ελέγχονται προσεκτικά και οι δύο ωοθήκες. Συνήθως, αναπτύσσονται πολύ αργά, κάτι που μας δίνει την άνεση, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, να τις παρακολουθούμε αντί να επεμβαίνουμε άμεσα με χειρουργείο.
Ποια συμπτώματα προκαλούν;
Μία από τις πιο συχνές ερωτήσεις είναι: «Πώς και δεν το κατάλαβα;». Η απάντηση είναι ότι οι περισσότερες δερμοειδείς κύστεις δεν προκαλούν κανένα σύμπτωμα και ανακαλύπτονται τυχαία, κατά τον προληπτικό γυναικολογικό υπερηχογραφικό έλεγχο ή σε εξέταση για άλλο λόγο.
Όταν εμφανίζονται συμπτώματα, αυτά συνήθως σχετίζονται με το μέγεθος της κύστης και μπορεί να περιλαμβάνουν:
- Ένα αμβλύ, ήπιο άλγος ή αίσθημα πίεσης στο κάτω μέρος της κοιλιάς
- Αίσθημα «φουσκώματος» ή βάρους
- Ενόχληση κατά τη σεξουαλική επαφή
- Πιο συχνή ούρηση ή δυσκολία αδειάσματος της ουροδόχου κύστη, αν μια μεγάλη κύστη την πιέζει.
Τα συμπτώματα αυτά είναι ‘’μη ειδικά’’ και μπορεί να οφείλονται σε πολλές διαφορετικές αιτίες. Γι’ αυτό η διάγνωση δεν βασίζεται στα συμπτώματα, αλλά κυρίως στην απεικόνιση από τον ειδικό γυναικολόγο.
Πότε χρειάζεται προσοχή; — οι πιθανές επιπλοκές
Oι δερμοειδείς κύστεις μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να δημιουργήσουν οξέα επεισόδια ή επιπλοκές. Αυτά είναι τα ακόλουθα:
Συστροφή της ωοθήκης: Πρόκειται για την πιο συχνή επιπλοκή. Επειδή η κύστη έχει βάρος και όγκο, μπορεί να «στρίψει» την ωοθήκη γύρω από τον άξονά της, διακόπτοντας την αιμάτωσή της. Εκδηλώνεται συνήθως με αιφνίδιο, έντονο πόνο στη μία πλευρά της κοιλιάς, συχνά με ναυτία ή εμετό. Αποτελεί επείγουσα κατάσταση που χρειάζεται άμεση αντιμετώπιση, ώστε να διασωθεί η ωοθήκη.
Ρήξη: Σπανιότερα, η κύστη μπορεί να σπάσει και να διαχυθεί το περιεχόμενό της στην κοιλιά. Επειδή αυτό το περιεχόμενο είναι ‘’ερεθιστικό’’, μπορεί να προκαλέσει έντονο πόνο και φλεγμονή του περιτοναίου. Είναι επίσης κατάσταση που χρειάζεται άμεση ιατρική εκτίμηση.
Λοίμωξη. Είναι σπάνια, αλλά μπορεί να συμβεί.
Θέλουμε να τονίσουμε ότι οι επιπλοκές αυτές δεν είναι συχνές. Αν εμφανίσετε αιφνίδιο έντονο πόνο, να μη διστάσετε να απευθυνθείτε άμεσα.
Είναι καρκίνος;
Αυτή είναι, κατανοητά, η ερώτηση που απασχολεί τις περισσότερες γυναίκες. Η απάντηση είναι ιδιαίτερα καθησυχαστική: η συντριπτική πλειονότητα των δερμοειδών κύστεων, περίπου το 98–99%, είναι καλοήθεις.
Η πιθανότητα μια δερμοειδής κύστη να μετατραπεί σε κακοήθη (καρκίνο) είναι πολύ μικρή, της τάξης του 1–2%, και αφορά κυρίως μεγαλύτερες ηλικιακά ασθενείς, συνήθως μετά την εμμηνόπαυση, καθώς και μεγάλες κύστεις που υπάρχουν για πολλά χρόνια. Για τις νεότερες γυναίκες, οι οποίες και αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων, ο κίνδυνος αυτός είναι εξαιρετικά χαμηλός.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Το βασικό εργαλείο διάγνωσης είναι το διακολπικό υπερηχογράφημα. Οι δερμοειδείς κύστεις έχουν, συνήθως, αρκετά χαρακτηριστική εικόνα στον υπέρηχο, λόγω του λίπους, των τριχών και των σκληρότερων στοιχείων που περιέχουν, ώστε ένας έμπειρος γυναικολόγος να τις αναγνωρίζει με ασφάλεια.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να ζητηθεί μαγνητική τομογραφία (MRI) πυέλου. Οι καρκινικοί δείκτες αίματος δεν είναι απαραίτητοι στις περισσότερες περιπτώσεις, ελέγχονται, όμως, ανάλογα με την ηλικία και τα ευρήματα.
Πώς αντιμετωπίζεται
Δεν υπάρχει μία μοναδική «σωστή» αντιμετώπιση για όλες. Η απόφαση εξατομικεύεται και εξαρτάται από το μέγεθος της κύστης, τα συμπτώματα, την ηλικία σας και την επιθυμία σας για μελλοντική τεκνοποίηση.
Παρακολούθηση. Σε νεότερες γυναίκες με μικρές, ασυμπτωματικές κύστεις, μια λογική επιλογή είναι η παρακολούθηση με επαναληπτικά υπερηχογραφήματα. Επειδή αναπτύσσονται αργά, μπορούμε με ασφάλεια να τις παρατηρούμε στον χρόνο.
Χειρουργική αφαίρεση. Προτείνεται συνήθως όταν η κύστη είναι μεγάλη (τυπικά άνω των 5–6 εκατοστών), όταν προκαλεί συμπτώματα, όταν μεγαλώνει, όταν υπάρχει κίνδυνος συστροφής ή όταν η διάγνωση δεν είναι απόλυτα σαφής.
Η επέμβαση γίνεται στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων λαπαροσκοπικά — δηλαδή μέσω μικρών τομών, με κάμερα και λεπτά εργαλεία. Το ζητούμενο, ιδιαίτερα στις νεότερες γυναίκες, είναι η κυστεκτομή: η αφαίρεση δηλαδή μόνο της κύστης, με ταυτόχρονη διατήρηση του υγιούς τμήματος της ωοθήκης. Έτσι προστατεύεται η λειτουργία της ωοθήκης και η γονιμότητα.
Κατά την επέμβαση δίνεται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να μη διαχυθεί το λιπαρό περιεχόμενο της κύστης στην κοιλιά, καθώς αυτό μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό. Σε σπάνιες περιπτώσεις — για παράδειγμα σε μεγαλύτερες ασθενείς ή όταν υπάρχει υποψία κακοήθειας — μπορεί να κριθεί απαραίτητη η αφαίρεση ολόκληρης της ωοθήκης. Αυτό συζητείται πάντα αναλυτικά μαζί σας πριν την επέμβαση.
Γονιμότητα και εγκυμοσύνη
Μια από τις μεγαλύτερες ανησυχίες των νεότερων γυναικών αφορά τη γονιμότητα. Η καθησυχαστική είδηση είναι ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, η γονιμότητα διατηρείται. Η σύγχρονη τεχνική της κυστεκτομής αποσκοπεί ακριβώς στη διαφύλαξη όσο το δυνατόν περισσότερου υγιούς ωοθηκικού ιστού.
Οι δερμοειδείς κύστεις εντοπίζονται μερικές φορές και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, συνήθως σε ένα υπερηχογράφημα ρουτίνας. Στις περιπτώσεις αυτές η αντιμετώπιση εξατομικεύεται: πολλές παρακολουθούνται με ασφάλεια έως τον τοκετό, ενώ, αν χρειαστεί επέμβαση, αυτή προγραμματίζεται συνήθως στο δεύτερο τρίμηνο.
Υποτροπή και παρακολούθηση
Μετά από επιτυχή αφαίρεση, η πιθανότητα να επανεμφανιστεί μια δερμοειδής κύστη είναι μικρή — της τάξης του 3–4%. Μπορεί να εμφανιστεί είτε στην ίδια είτε στην άλλη ωοθήκη. Γι’ αυτό συνιστάται προγραμματισμένη παρακολούθηση με υπερηχογράφημα, ώστε τυχόν νέο εύρημα να εντοπιστεί έγκαιρα.
Πότε να απευθυνθείτε σε γιατρό
Αναζητήστε άμεση ιατρική βοήθεια αν εμφανίσετε αιφνίδιο, έντονο πόνο στην κοιλιά, ιδίως αν συνοδεύεται από ναυτία, εμετό ή πυρετό — καθώς αυτά μπορεί να υποδηλώνουν συστροφή ή ρήξη.
Κλείστε ένα προγραμματισμένο ραντεβού αν παρατηρήσετε επίμονο φούσκωμα, αίσθημα πίεσης ή ήπιο άλγος στην πύελο, ώστε να γίνει ο κατάλληλος έλεγχος.
Κλείνοντας
Η διάγνωση μιας δερμοειδούς κύστης ακούγεται συχνά πιο ανησυχητική απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Πρόκειται, στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων, για έναν καλοήθη σχηματισμό που αντιμετωπίζεται με ασφάλεια και με σεβασμό στη γονιμότητα, ιδίως όταν η φροντίδα είναι εξατομικευμένη. Το σημαντικότερο είναι να συζητήσετε το δικό σας εύρημα με τον γυναικολόγο σας, ώστε μαζί να επιλέξετε τη σωστή για εσάς προσέγγιση — είτε αυτή είναι η παρακολούθηση είτε η χειρουργική αντιμετώπιση.
Το παρόν κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη ιατρική συμβουλή. Για τη διερεύνηση και αντιμετώπιση κάθε περίπτωσης απαιτείται προσωπική εκτίμηση από ειδικό ιατρό.